Στη σκιά της καρδιάς

 

Αφιέρωμα στον Georges Brassens

Δύο παραστάσεις –ένα αφιέρωμα στον Γάλλο ποιητή, συνθέτη και τραγουδιστή, Georges Brassens, με 15 από τα τραγούδια του συνολικής διάρκειας μιας ώρας.

Στις 21 και 22 Μαΐου, στο θέατρο ΑΡΓΩ, Ελευσινίων 15 Αθήνα.

Χορεύουν:
Αδαμοπούλου Πένη, Ιωαννίδου Καλλιόπη, Λάβνερ Γιάννης, Μπαλλά Μελίνα, Ναθαναήλ- Αναγνώστη Ήβη
Χορογραφία:

Καλλιόπη Ιωαννίδου

Leonidas Papadopoulos photography

Όπως το διατύπωσε η Κατερίνα Ζαρόκωστα σε εκπομπή στο 3ο Πρόγραμμα στις 31-10-1981, την επόμένη του θανάτου του, «ο Georges Brassens είναι ο ποιητής που τραγούδησε όπως κανένας άλλος τον έρωτα, την επανάσταση και την οργή. Θέματα των τραγουδιών του τα πεζοδρόμια του Παρισιού και οι αγροί της γαλλικής επαρχίας. Αλήτες, αλκοολικοί, πόρνες και εξαθλιωμένοι χωρικοί βρήκαν καταφύγιο στους στίχους του, που για να τους υπερασπιστούν φτάνουν μερικές φορές στα όρια του πάθους. Όλοι όσοι κάνουν αυτό που συνήθως δεν γίνεται, είτε επειδή είναι άπρεπο, είτε επειδή θεωρείται ανήθικο, είναι για τον Brassens υποδειγματικοί και ερεθιστικοί για να τους κάνει τραγούδι. Ο Brassens συνέχισε στην εποχή μας τον μύθο του καταραμένου ποιητή με όλες τις αντιθέσεις που περικλείει. Βύθισμα μες στο ανήθικο, εντός εισαγωγικών, το απρεπές, το εκτός νόμου, το καταραμένο, για μια αναγέννηση σε άλλες διαστάσεις ζωής».

Αφίσα BRASSENS

Τα τραγούδια της παράστασης

1. Κολομπίν, η κολομπίνα που σέρνει πίσω της ένα τσούρμο τρελούς, από ένα ποίημα του Paul Verlaine.
Ιωαννίδου Καλλιόπη, Λάβνερ Γιάννης, Μπαλλά Μελίνα, Ναθαναήλ- Αναγνώστη Ήβη

2. Ο μικρός φλαουτίστας, ο μουζικάντης που αρνήθηκε τον τίτλο ευγενίας, (η απάντησή του στους φίλους του που ήθελαν να γίνει μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας).
Ναθαναήλ- Αναγνώστη Ήβη

3. Γέρο μου Λεόν, τραγούδι για τον ακορντεονίστα που έφυγε από κοντά μας.
Ιωαννίδου Καλλιόπη

4. Στη σκιά της καρδιάς της φίλης μου, ένα απαίσιο πουλί άρχισε να φωνάζει όταν πήγε να ξυπνήσει την ωραία με το φιλί του.
Αδαμοπούλου Πένη, Λάβνερ Γιάννης, Μπαλλά Μελίνα

5. Ο άνεμος στη Γέφυρα των Τεχνών, του άνεμου του αρέσει να πειράζει κυρίως τους νευρικούς!
Αδαμοπούλου Πένη, Μπαλλά Μελίνα, Ναθαναήλ- Αναγνώστη Ήβη

6. Ωδή σε έναν διαρρήκτη, τραγούδι για τον διαρρήκτη που συγχωρώ.
Ιωαννίδου Καλλιόπη, Λάβνερ Γιάννης

7. Έχω γίνει μια σταλιά  …… μπροστά σε μια κούκλα που κάνει μαμά όταν την ακουμπάς.
Αδαμοπούλου Πένη, Λάβνερ Γιάννης

8. Το φάντασμα μια συνάντηση με ένα φάντασμα.
Ιωαννίδου Καλλιόπη, Λάβνερ Γιάννης

9. Τραγούδι για τον άνδρα από την Οβέρνη τραγούδι για τους ανθρώπους που του έδειξαν καλοσύνη.
Αδαμοπούλου Πένη, Μπαλλά Μελίνα, Ναθαναήλ- Αναγνώστη Ήβη

10. Ξεγελώντας τον χάρο μη νομίζετε πως έφτασε η ώρα του!
Λάβνερ Γιάννης, Μπαλλά Μελίνα, Ναθαναήλ- Αναγνώστη Ήβη

11. Σάλπιγγες της Φήμης πόσο φάλτσα ηχείτε!
Ναθαναήλ- Αναγνώστη Ήβη

12. Η μη-πρόταση γάμου έχω την τιμή να μη σου ζητώ το χέρι.
Ιωαννίδου Καλλιόπη, Λάβνερ Γιάννης

13. Το ρόντο των βρισιών έχουν πεθάνει οι ωραίες παλιές βρισιές!
Μπαλλά Μελίνα, Ναθαναήλ- Αναγνώστη Ήβη

14. Το πρόβατο του Πανούργου κάποτε η κοπέλα αυτή θα ερωτευθεί.
Αδαμοπούλου Πένη

15. Αίτηση χάριτος για ενταφιασμό στην Πλαζ της Σετ η διαθήκη του.
Αδαμοπούλου Πένη, Ιωαννίδου Καλλιόπη, Ναθαναήλ- Αναγνώστη Ήβη

Τα τραγούδια τις παράστασης διατρέχουν όλη την περίοδο του έργου του.

 

H χορογραφία, σκοπεύει στο να εξιστορήσει μέσα από την κίνηση και τη σκηνοθεσία, όσο το δυνατόν, το περιεχόμενο του κάθε τραγουδιού, και να εκφράσει το αίσθημα της μουσικής και του ποιήματος.

Από την πρώτη επαφή με τα τραγούδια του Georges Brassens, οι στίχοι και η μουσική του, μίλησαν στην καρδιά μου. Στη συνέχεια γνώρισα σιγά –σιγά το σύνολο του έργου του. Καθώς οι στίχοι είναι το ίδιο – ή και περισσότερο- σημαντικοί με τη μουσική σε κάθε τραγούδι, η χορογραφική απόδοσή τους αποτελεί για μένα την κύρια πρόκληση.

Ο Brassens κοιτάζει τη ζωή με το αναρχικό του βλέμμα και μέσα από τα τραγούδια του μας κάνει κοινωνούς των ευτράπελων καταστάσεων που βλέπει παντού. Η ζωή είναι γεμάτη απ’ αυτές, απλά οι περισσότεροι κάνουμε ότι κοιτάζουμε αλλού, ή κοιτάζουμε αλλιώς. Εκείνος μας τις δείχνει και μας τις αφηγείται, με τον μοναδικό καίριο και πυκνό λόγο του. Άλλοτε είναι βαθιά συγκινητικός γιατί με την ίδια ειλικρίνεια και ευαισθησία προσεγγίζει και τον ανθρώπινο πόνο. Είναι οι δύο όψεις του νομίσματος.

Καλλιόπη Ιωαννίδου

Αθήνα, Μάιος 2016

        

Μεταφράσεις των τραγουδιών

 

 

1. Colombine

Léandre le sot,

Pierrot qui d’un saut

De puce

Franchit le buisson,

Cassandre sous son

Capuce,

Arlequin aussi,

Cet aigrefin si

Fantasque,

Aux costumes fous,

Les yeux luisant sous

Son masque,

Do, mi, sol, mi, fa,

Tout ce monde va,

Rit, chante

Et danse devant

Une frêle enfant

Méchante

Dont les yeux pervers

Comme les yeux verts

Des chattes

Gardent ses appas

Et disent :

“A bas les pattes! ”

L’implacable enfant,

Preste et relevant

Ses jupes,

La rose au chapeau,

Conduit son troupeau

De dupes!

 

1. Η Κολομπίνα

Ο ανόητος Λέανδρος,

o Πιερότος, που μ’ ένα άλμα

ψύλλου,

πηδάει πάνω από το θάμνο,

ο Κάσσανδρος κάτω

από την καλογερίστικη κουκούλα,

επίσης ο Αρλεκίνος,

αυτός ο μασκαράς,

τόσο απρόβλεπτος,

με τρελό κοστούμι,

αστραφτερά μάτια,

κάτω από τη μάσκα,

ντο, μι, σολ, μι, φα,

όλος αυτός ο κόσμος, πάει,

γελά και τραγουδά,

χορεύει μπροστά

από ένα  αδύνατο παιδί,

κακιασμένο,

που τα διεστραμμένα μάτια του,

σαν τα πράσινα μάτια

της γάτας,

φυλάνε τα κάλλη της,

και λένε :

«κάτω τα χέρια!»

Το ανελέητο παιδί,

βιαστικό και ανασηκώνοντας

τις φούστες του,

με το ρόδο στο καπέλο,

οδηγεί το στρατό του

από βλάκες!

 

2. Le petit joueur de flûteau
Le petit joueur de flûteau
Menait la musique au château
Pour la grâce de ses chansons
Le roi lui offrit un blason
Je ne veux pas être noble
Répondit le croque-note
Avec un blason à la clé
Mon la se mettrait à gonfler
On dirait par tout le pays
Le joueur de flûte a trahi.
Et mon pauvre petit clocher
Me semblerait trop bas perché
Je ne plierais plus les genoux
Devant le bon Dieu de chez nous
Il faudrait à ma grande âme
Tous les saints de Notre-Dame
Avec un évêque à la clé
Mon la se mettrait à gonfler
On dirait par tout le pays
Le joueur de flûte a trahi.
Et la chambre où j’ai vu le jour
Me serait un triste séjour
Je quitterais mon lit mesquin
Pour une couche à baldaquin
Je changerais ma chaumière
Pour une gentilhommière
Avec un manoir à la clé
Mon la se mettrait à gonfler
On dirait par tout le pays
Le joueur de flûte a trahi.
Je serai honteux de mon sang
Des aïeux de qui je descends
On me verrait bouder dessus
La branche dont je suis issu
Je voudrais un magnifique
Arbre généalogique
Avec du sang bleu a la clé
Mon la se mettrait à gonfler
On dirait par tout le pays
Le joueur de flûte a trahi.Je ne voudrais plus épouser
Ma promise ma fiancée
Je ne donnerais pas mon nom
A une quelconque Ninon
Il me faudrait pour compagne
La fille d’un grand d’Espagne
Avec un’ princesse à la clé
Mon la se mettrait à gonfler
On dirait par tout le pays
Le joueur de flûte a trahi.
Le petit joueur de flûteau
Fit la révérence au château
Sans armoiries sans parchemin
Sans gloire il se mit en chemin
Vers son clocher sa chaumine
Ses parents et sa promise
Nul ne dise dans le pays
Le joueur de flûte a trahi
Et Dieu reconnaisse pour sien
Le brave petit musicien.
2. O μικρός φλαουτίστας

 

O μικρός φλαουτίστας

στον πύργο έφερε τη μουσική

Για των τραγουδιών του τη χάρη

Ο βασιλιάς τού πρόσφερε ένα οικόσημο

– Δεν θέλω ευγενής να γενώ

απάντησε ο μουζικάντης

– Με ένα οικόσημο στο κλειδί

Το λα μου θα άρχιζε να φουσκώνει,

παντού θα λέγανε στη χώρα:

ο φλαουτίστας πρόδωσε.

Και το φτωχό, μικρό κωδωνοστάσιό μου,

θα μου φαινόταν κουρνιασμένο πολύ χαμηλά. Τα γόνατα δεν θα λύγιζα πια,

μπροστά στον καλό θεό του χωριού μας.

Στην σπουδαία ψυχή μου θα πρέπανε,

της Παναγιάς όλοι οι Άγιοι.

Με έναν επίσκοπο στο κλειδί,

το λα μου θα άρχιζε να φουσκώνει,

παντού θα λέγανε στη χώρα:

ο φλαουτίστας πρόδωσε.

Και το δωμάτιο που είδα της μέρας το φως,

θα μου φαινόταν τόπος διαμονής θλιβερός.

Θα άφηνα το κρεβάτι μου το ταπεινό,

για ένα κρεβάτι με ουρανό.

Θ’ άλλαζα την εστία μου

για μια έπαυλη

Με μια κατοικία στο κλειδί μεγαλοπρεπή,

το λα μου θα άρχιζε να φουσκώνει,

παντού θα λέγανε στη χώρα:

Ο φλαουτίστας πρόδωσε.

Για το αίμα μου θα ντρεπόμουν,

για τους προγόνους της καταγωγής μου

Θα με έβλεπες θυμωμένο να χτυπιέμαι,

πάνω από τον κλώνο που με πέταξε.

Ένα υπέροχο, θα ήθελα,

δένδρο γενεαλογικό.

Με γαλάζιο αίμα στο κλειδί,

το λα μου θα άρχιζε να φουσκώνει,

παντού θα λέγανε στη χώρα:

Ο φλαουτίστας πρόδωσε.

Να παντρευτώ δεν θα ’θελα πια,

τη μνηστή, την αρραβωνιάρα μου

Το όνομα μου δεν θα ’δινα

σε μιαν οποιαδήποτε Νινόν

Να συνοδεύω, θα μου ’πρεπε,

ενός σπουδαίου Ισπανού την κόρη

Με μια πριγκηπέσσα στο κλειδί

το λα μου θα άρχιζε να φουσκώνει,

παντού θα λέγανε στη χώρα:

Ο φλαουτίστας πρόδωσε.

Ο μικρός φλαουτίστας,

χαιρετώντας τον πύργο, υποκλίθηκε.

Χωρίς περγαμηνή, χωρίς οικόσημο,

χωρίς δόξα, πήρε το δρόμο.

Για το χωριό του, το καλύβι του,

τους γονείς του, τη μνηστή του.

Κανείς στη χώρα να μην πει:

Ο φλαουτίστας πρόδωσε,

κι ο Θεός ν’ αναγνωρίσει για δικό του,

τον γενναίο μικρό μουσικό.

3. Mon vieux Leon

 

Y’a tout à l’heure, Quinze ans d’malheur, Mon vieux Léon

Que tu es parti, Au paradis, D’l’accordéon
Parti bon train, Voir si l’bastringue et la java
Avaient gardé, Droit de cité, Chez Jéhovah

Quinze ans bientôt Qu’musique au dos, Tu t’en allais
Mener le bal, A l’amicale, Des feux follets
En cet asile, Par sainte Cécile, Pardonne-nous

De n’avoir pas, Su faire cas, De ton biniou

C’est une erreur, Mais les joueurs, D’accordéon
Au grand jamais, On ne les met, Au Panthéon
Mon vieux, tu as dû, T’contenter du, Champ de navets
Sans grandes pompes et sans pompons, Et sans ave
Mais les copains, Suivaient l’sapin, Le cœur serré

En rigolant, Pour faire semblant, De n’pas pleurer
Et dans nos cœurs, Pauvre joueur, D’accordéon

Il fait ma foi, Beaucoup moins froid, Qu’au Panthéon

Depuis mon vieux, Qu’au fond des cieux, Tu as fait ton trou

Il a coulé, De l’eau sous les, Ponts de chez nous
Les bons enfants, D’la rue de Vanves à la Gaîté

L’un comme l’autre au gré des flots, Furent emportés
Mais aucun d’eux, N’a fait fi de, Son temps jadis

Tous sont restés, Du parti des, Myosotis
Tous ces pierrots, Ont le cœur gros, Mon vieux Léon

En entendant, Le moindre chant, D’accordéon

Quel temps fait-il, Chez les gentils, De l’au-delà

Les musiciens, Ont-ils enfin, Trouvé le la

Et le p’tit bleu, Est c’que ça n’le, Rend pas meilleur

D’être servi, Au sein des vignes du Seigneur

Si d’temps en temps, Une dame d’antan, S’laisse embrasser
Sûr’ment papa, Que tu regrettes pas, D’être passé

Et si l’bon Dieu, Aime tant soit peu, L’accordéon
Au firmament, Tu t’plais sûr’ment, Mon vieux Léon

 

3. O γέρο Λεόν
Είναι τώρα δα, δεκαπέντε χρόνια δυστυχίας, γέρο μου Λεόν,που έχεις φύγει στον παράδεισο του ακορντεόν. Έφυγες με καλή διάθεση, για να δεις αν οι λαϊκοί ρυθμοί παρέμεναν δεκτοί, στου γιεχωβά.Ήδη δεκαπέντε χρόνια, που με τη μουσική στην πλάτη,θα έσερνες το χορό στη συντεχνία των εξαίρετων. Σ’ αυτό το άσυλο, μα την Άγια Καικιλία, συγχώρα μας, που δεν ξέραμε να εκτιμήσουμε το κόρνο σου.Είναι σφάλμα, αλλά τους ακορντεονίστες,στο μεγάλο Πάνθεον δεν τους βάζουν ποτέ.
Γέρο μου, σου το όφειλαν, να αρκεστείς ήταν ανάγκη, στους μαϊντανούς, χωρίς φανφάρες και χωρίς ανθοδέσμες και δίχως χαίρε
Αλλά  τα φιλαράκια, ακολούθησαν το φέρετρο, με καρδιά σφιγμένη,με γέλια, για να κάνουν ότι δεν κλαίνε,και μέσα στις καρδιές μας, φτωχέ ακορντεονίστα,κάνει, μα την πίστη μου, πολύ λιγότερο κρύο απ’ ότι στο Πάνθεον.Απ’ όταν γέρο μου, πήγες και τρύπωσες στους ουρανούς,κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι κι εμείς.Τα καλόπαιδα της οδού Βανβ στην Γκαιτέ,ο ένας μετά τον άλλο, χωρίς να θέλουν, ακολούθησαν το κύμα. Αλλά κανείς από αυτούς δεν απαρνήθηκε τις μέρες του εκείνες,όλοι παρέμειναν  από τη μεριά του μη-με-λησμόνει. Όλοι τούτοι οι Πιερότοι, με την καρδιά φουσκωμένη,ακούνε το παραμικρό τραγούδι του ακορντεόν.Τι καιρό κάνει εκεί στους παγανιστές;Οι μουσικοί βρήκαν επιτέλους το λα;Κι ο μικρός νεοσύλλεκτος δεν αισθάνεται καλύτερα

να υπηρετείται στα αμπέλια του Κυρίου;

Αν από καιρού εις καιρόν, μια κυρία του πάλαι ποτέ, αφήνεται ν’ αγκαλιαστεί, σίγουρα πατερούλη, δε λυπάσαι να’ χεις πεθάνει,

Κι αν ο καλός Θεός αγαπάει έστω και λίγο τ’ ακορντεόν,

στον ουρανό, θα του αρέσεις σίγουρα, γέρο μου Λεόν.

 

4. À l’ombre du coeur de ma mie

 

À l’ombre du coeur de ma mie
Un oiseau s’était endormi
Un jour qu’elle faisait semblant
D’être la Belle au bois dormant.
Et moi, me mettant à genoux,
Bonnes fées, sauvegardez-nous!
Sur ce coeur j’ai voulu poser
Une manière de baiser.
Alors cet oiseau de malheur
Se mit à crier Au voleur!
Au voleur! et A l’assassin!
Comme si j’en voulais à son sein.

Aux appels de cet étourneau,
Grand branle-bas dans Landerneau :
Tout le monde et son père accourt
Aussitôt lui porter secours.

Tant de rumeurs, de grondements,
Ont fait peur aux enchantements,
Et la belle désabusée
Ferma son cœur à mon baiser.
Et c’est depuis ce temps, ma soeur,

Que je suis devenu chasseur,
Que mon arbalète à la main
Je cours les bois et les chemins.

4. Στη σκιά της καρδιάς της φίλης μου

 

Στην σκιά της καρδιάς της φίλης μου,

ένα πουλί είχε αποκοιμηθεί,

μια μέρα που αυτή παρίστανε

την ωραία κοιμωμένη.

Κι εγώ γονατίζοντας,

-καλές νεράιδες, φυλάτε μας!-
πάνω στην καρδιά αυτή θέλησα ν’ ακουμπήσω

έναν τρόπο να φιλάς.

Λοιπόν αυτό το πουλί της δυστυχίας,

βάλθηκε να φωνάζει : «Κλέφτης!

Κλέφτης!» και «Δολοφόνος!»

Σαν να στόχευα το στήθος, το δικό του

Στις στριγκλιές αυτού του μπούφου

αναταραχή έγινε μεγάλη :

όλος ο κόσμος και ο πατέρας του έτρεξαν

αμέσως να τον βοηθήσουνε.

Τόσες φήμες και βοήτάραξαν την γητειάΚαι η ωραία ξενερώνοντας,έκλεισε την καρδιά τηςστο φιλί μου.

Κι είναι από τότε, αδελφή μου,

που  έχω γίνει κυνηγός,

που  με το τόξο μου στο χέρι,

τρέχω στα δάση και στους δρόμους

5. Le vent

 

Si , par hasard ,

Sur l’ pont des Arts ,

Tu crois’s le vent , le vent fripon ,

Prudenc’ , prends garde à ton jupon !

Si , par hasard ,

Sur l’ pont des Arts ,

Tu crois’s le vent , le vent maraud ,

Prudent , prends garde à ton chapeau !

 

Les jean-foutre et les gens probes

Médis’nt du vent furibond

Qui rebrousse les bois ,

Détrouss’ les toits ,

Retrouss’ les robes …

Des jean-foutre et des gens probes ,

Le vent , je vous en réponds ,

S’en soucie , et c’est justic’ ,

comm’ de colin-tampon

 

Si, par hasard,

Sur l’ pont des Arts,

Tu crois’s le vent, le vent fripon,

Prudenc’, prends garde à ton jupon !

Si, par hasard,

Sur l’ pont des Arts,

Tu crois’s le vent, le vent maraud,

Prudenc’, prends garde à ton chapeau !

 

Bien sûr , si l’on ne se fonde

Que sur ce qui saute aux yeux ,

Le vent semble une brut’

raffolant de nuire à tout l’ monde

Mais une attention profonde

Prouv’ que c’est chez les fâcheux

Qu’il préfèr’ choisir les victim’s de ses petits jeux

 

Si, par hasard,

Sur l’ pont des Arts,

Tu crois’s le vent, le vent fripon,

Prudenc’, prends garde à ton jupon !

Si, par hasard,

Sur l’ pont des Arts,

Tu crois’s le vent, le vent maraud,

Prudenc’, prends garde à ton chapeau !

 

5. Ο άνεμος

 

Αν κατά τύχη,

πάνω στη γέφυρα των Τεχνών,

πέσεις πάνω στον άνεμο, τον άταχτο άνεμο,

προσοχή, φύλαγε τη φούστα σου!

Αν κατά τύχη,

πάνω στη γέφυρα των Τεχνών,

πέσεις πάνω στον άνεμο, τον απατεώνα άνεμο,

προσοχή, φύλαγε το καπέλο σου!

 

Οι ατημέλητοι και οι καλοντυμένοι,

σκέφτονται τον ορμητικό άνεμο,

που αναποδογυρίζει τα δάση,

ξαλαφρώνει τις στέγες,

ανασηκώνει τα φορέματα.

Για τους ατημέλητους και τους καλοντυμένους,

ο άνεμος σας απαντώ,

κι είναι ακριβές, δεν ενδιαφέρεται.

 

Αν κατά τύχη,

πάνω στη γέφυρα των Τεχνών

πέσεις πάνω στον άνεμο, τον άταχτο άνεμο,

προσοχή, φύλαγε τη φούστα σου!

Αν κατά τύχη,

πάνω στη γέφυρα των Τεχνών,

πέσεις πάνω στον άνεμο, τον απατεώνα άνεμο,

προσοχή, φύλαγε το καπέλο σου!

 

Φυσικά, αν κανείς δε βασίζεται

παρά στο προφανές,

ο άνεμος μοιάζει ένας άξεστος

που λατρεύει να ενοχλεί τους πάντες,

αλλά μία σε βάθος παρατήρηση

αποδεικνύει, ότι αυτός μέσα στους ευερέθιστους

προτιμά να διαλέγει τα θύματα για τα παιγνιδάκια του.

 

Αν κατά τύχη,

πάνω στη γέφυρα των Τεχνών

πέσεις πάνω στον άνεμο, τον άταχτο άνεμο,

προσοχή, φύλαγε τη φούστα σου!

Αν κατά τύχη,

πάνω στη γέφυρα των Τεχνών,

πέσεις πάνω στον άνεμο, τον απατεώνα άνεμο,

προσοχή, φύλαγε το καπέλο σου!

6. Stances à un cambrioleur

Prince des monte-en-l’air et de la cambriole, Toi qui eus le bon goût de choisir ma maison

Cependant que je colportais mes gaudrioles, En ton honneur j’ai composé cette chanson

Sache que j’apprécie à sa valeur le geste, Qui te fit bien fermer la porte en repartant
De peur que des rôdeurs n’emportassent le reste, Des voleurs comme il faut c’est rare de ce temps

Tu ne m’as dérobé que le strict nécessaire, Délaissant dédaigneux l’exécrable portrait
Que l’on m’avait offert à mon anniversaire, Quel bon critique d’art mon salaud tu ferais

Autre signe indiquant toute absence de tare, Respectueux du brave travailleur tu n’as Pas cru décent de me priver de ma guitare, Solidarité sainte de l’artisanat

Pour toutes ces raisons vois-tu, je te pardonne, Sans arrière-pensée après mûr examen
Ce que tu m’as volé, mon vieux, je te le donne, Ça pouvait pas tomber en de meilleures mains

D’ailleurs moi qui te parle, avec mes chansonnettes, Si je n’avais pas dû rencontrer le succès
J’aurais tout comme toi, pu virer malhonnête, Je serais devenu ton complice, qui sait

En vendant ton butin, prends garde au marchandage, Ne vas pas tout lâcher en solde aux receleurs
Tiens leur la dragée haute en évoquant l’adage, Qui dit que ces gens-là sont pis que les voleurs

Fort de ce que je n’ai pas sonné les gendarmes, Ne te crois pas du tout tenu de revenir
Ta moindre récidive abolirait le charme, Laisse-moi je t’en prie, sur un bon souvenir

Monte-en-l’air, mon ami, que mon bien te profite, Que Mercure te préserve de la prison
Ait pas trop de remords, d’ailleurs nous sommes quittes, Après tout ne te dois-je pas une chanson

Post-scriptum, si le vol est l’art que tu préfères, Ta seule vocation, ton unique talent
Prends donc pignon sur rue, mets-toi dans les affaires, Et tu auras les flics même comme chalands

 

 

 

 

6. Ωδή για έναν διαρρήκτη

Πρίγκιπα των μπουκαδόρων και της διάρρηξης, εσύ που είχες το καλό γούστο να διαλέξεις το σπίτι μου, -ενώ εγώ είχα βγάλει βόλτα τα στιχάκια μου,- προς τιμήν σου συνέθεσα αυτό το τραγούδι.

Ξέρε ότι εξετίμησα όσο πρέπει τη  χειρονομία,  που έκανες να κλείσεις καλά την πόρτα ξαναφεύγοντας, από φόβο μην τυχόν απατεώνες πάρουν τα υπόλοιπα, -κλέφτες καθώς πρέπει είναι σπάνιοι στις μέρες μας.

Δε μ’ έγδυσες παρά από τα απολύτως απαραίτητα, περιφρονώντας αηδιασμένος το απαίσιο πορτραίτο, που μου το είχαν χαρίσει στη γιορτή μου, -τι καλός κριτικός τέχνης θα γινόσουν βρωμιάρη μου!

Άλλο σημάδι ενδεικτικό παντελούς απουσίας ηθικής κατάπτωσης, όπως αξίζει σε έναν καλό εργαζόμενο, δεν το θεώρησες αξιοπρεπές να μου στερήσεις την κιθάρα μου, – ιερή αλληλεγγύη της συντεχνίας.

Για όλους αυτούς τους λόγους, βλέπεις, σε συγχωρώ, χωρίς επιφυλάξεις, μετά από ώριμη έρευνα. Αυτό που μου έκλεψες, γέρο μου, στο δίνω, δε θα μπορούσε να πέσει σε καλύτερα χέρια.

Άλλωστε εγώ που σου μιλώ με τα τραγουδάκια μου, αν δεν είχα τότε χρέος να συναντήσω την επιτυχία, θα είχα όπως εσύ καταντήσει ανέντιμος, θα είχα γίνει συνεργός σου, ποιος ξέρει…

Πουλώντας τη λεία σου, πρόσεξε το εμπόρευμα. Μην πας να το ξεπουλήσεις όλο στους κλεπταποδόχους. Κάνε τους να πληρώσουν ακριβά, λέγοντας, όπως όλοι,  ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι χειρότεροι από κλέφτες.

Παρ’ όλον ότι δε φώναξα την αστυνομία, μη θεωρείς καθόλου υποχρεωτικό να επιστρέψεις. Η παραμικρή επανάκαμψη θα κατέστρεφε τη μαγεία, άσε με σε παρακαλώ, με μια ωραία ενθύμηση.

Μπουκαδόρε, φίλε μου, είθε τα αγαθά μου να σε ωφελήσουν, είθε ο Ερμής να σε φυλάει από την φυλακή Μην έχεις υπερβολικές τύψεις, άλλωστε είμαστε πάτσι, στο κάτω-κάτω δε σου χρωστώ κι εγώ ένα τραγούδι;

Υστερόγραφο, αν η κλεψιά είναι η τέχνη που προτιμάς, η μόνη σου κλίση, το μοναδικό σου χάρισμα Πιάσε μαγαζί γωνία, βάλε μπρος την επιχείρηση και θα έχεις για πελάτες ακόμα και τους μπάτσους.

7. Je me suis fait tout petit

 

Je n’avais jamais ôté mon chapeau

Devant personne

Maintenant je rampe et je fais le beau

Quand elle me sonne

J’étais chien méchant, elle me fait manger

Dans sa menotte

J’avais des dents d’loup, je les ai changées

Pour des quenottes

Je m’suis fait tout p’tit devant une poupée

Qui ferme les yeux quand on la couche.

Je m’suis fait tout p’tit devant une poupée

Qui fait Maman quand on la touche

J’étais dur à cuire, elle m’a converti

La fine mouche

Et je suis tombé tout chaud, tout rôti

Contre sa bouche

Qui a des dents de lait quand elle sourit

Quand elle chante

Et des dents de loup quand elle est furie

Qu’elle est méchante

Je m’suis fait tout p’tit devant une poupée

Qui ferme les yeux quand on la couche.

Je m’suis fait tout p’tit devant une poupée

Qui fait Maman quand on la touche
Je subis sa loi, je file tout doux

Sous son empire

Bien qu’elle soit jalouse au-delà de tout

Et même pire.

Une jolie pervenche qui m’avait paru

Plus jolie qu’elle

Une jolie pervenche un jour en mourut

A coup d’ombrelle

Je m’suis fait tout p’tit devant une poupée

Qui ferme les yeux quand on la couche

Je m’suis fait tout p’tit devant une poupée

Qui fait Maman quand on la touche

Tous les somnambules, tous les mages m’ont

Dit sans malice

Qu’en ses bras en croix, je subirais mon

Dernier supplice.

Il en est de pires il en est d’meilleurs

Mais à tout prendre

Qu’on se pende ici, qu’on se pende ailleurs

S’il faut se pendre.

Je m’suis fait tout p’tit devant une poupée

Qui ferme les yeux quand on la couche

Je m’suis fait tout p’tit devant une poupée

Qui fait Maman quand on la touche

7. Έχω γίνει μια σταλιά

 

Δεν είχα βγάλει ποτέ το καπέλο μου

σε κανέναν,

τώρα σέρνομαι και κάθομαι στα πίσω πόδια

όταν με καλεί με το κουδούνι.

Ήμουν κακό σκυλί, με κάνει να τρώω

μέσα στο χεράκι της,

είχα δόντια λύκου, τα άλλαξα

για δοντάκια γάλακτος.

 

Έχω γίνει μια σταλιά μπροστά σε μια κούκλα, που κλείνει τα μάτια όταν πέφτει στο κρεβάτι. Έχω γίνει μια σταλιά μπροστά σε μια κούκλα, που λέει Μαμά όταν την ακουμπάς.

Ήμουν σκληρό καρύδι, με προσηλύτισε,

το ζουζούνι,

και έπεσα καυτός και ροδισμένος

στο στόμα της.

Που έχει δόντια σαν το γάλα όταν είναι χαμογελαστή, όταν τραγουδά,

και δόντια λύκου όταν είναι θυμωμένη-

τι κακή που είναι!

 

Έχω γίνει μια σταλιά μπροστά σε μια κούκλα που κλείνει τα μάτια όταν πέφτει στο κρεβάτι. Έχω γίνει μια σταλιά μπροστά σε μια κούκλα, που λέει Μαμά όταν την ακουμπάς.

Υπακούω το νόμο της,  φέρνομαι ωραία

κάτω από την κυριαρχία της,

κι ας είναι και ζηλιάρα από πάνω,

κι ακόμα χειρότερα.

 

Ένα ωραίο λουλούδι που μου είχε φανεί

πιο ωραίο από αυτήν,

ένα ωραίο λουλούδι μια μέρα γι αυτό πέθανε από χτύπημα ομπρέλας.

Έχω γίνει μια σταλιά μπροστά σε μια κούκλα που κλείνει τα μάτια όταν πέφτει στο κρεβάτι.  Έχω γίνει μια σταλιά μπροστά σε μια κούκλα που λέει Μαμά όταν την ακουμπάς.

 

Όλοι οι υπνωτιστές, όλοι οι μάγοι μου έχουν πει, χωρίς κακή προαίρεση, ότι στα χέρια της, στο σταυρό, θα υποφέρω το τελευταίο μου μαρτύριο.

Υπάρχουν και χειρότερα, υπάρχουν και καλύτερα

μα στο κάτω- κάτω,

τι να κρεμαστείς εδώ, τι να κρεμαστείς αλλού,

αν πρέπει να κρεμαστείς.

 

 

Έχω γίνει μια σταλιά μπροστά σε μια κούκλα που κλείνει τα μάτια όταν πέφτει στο κρεβάτι.  Έχω γίνει μια σταλιά μπροστά σε μια κούκλα που λέει Μαμά όταν την ακουμπάς.

 

8. Le fantôme

 

C’était tremblant, c’était troublant(1),

C’était vêtu d’un drap tout blanc,

Ça présentait tous les symptômes,

Tous les dehors de la vision,

Les faux airs de l’apparition,

En un mot, c’était un fantôme !

 

À sa manière d’avancer,

À sa façon de balancer

Des hanches quelque peu convexes,

Je compris que j’avais affaire

À quelqu’un du genr’ que j’préfère

À un fantôme du beau sexe.

 

“Je suis un p’tit Poucet perdu ,

Me dit-ell’, d’un’ voix morfondue,

Un pauvre fantôme en déroute.

Plus de trace des feux follets,

Plus de trace des osselets

Dont j’avais jalonné ma route !

 

“Des poèt’s sans inspiration

Auront pris – quelle aberration –

Mes feux follets pour des étoiles.

De pauvres chiens de commissaire

Auront croqué – quelle misère ! –

Mes oss’lets bien garnis de moelle.

 

“À l’heure où le coq chantera,

J’aurai bonn’ mine avec mon drap

Plein de faux plis et de coutures !

Et dans ce siècle profane où

Les gens ne croient plus guère à nous,

On va crier à l’imposture. ”

 

Moi, qu’un chat perdu fait pleurer,

Pensez si j’eus le cœur serré

Devant l’embarras du fantôme.

“Venez, dis-je en prenant sa main,

Que je vous montre le chemin,

Que je vous reconduise at home.”

 

L’histoire finirait ici Mais la brise, et je l’en r’mercie, Troussa le drap de ma cavalière…

Dame, il manquait quelques oss’lets, Mais le reste, loin d’être laid, Était d’un’ grâce singulière.

 

 

Mon Cupidon, qui avait la

Flèche facile en ce temps-là,

Fit mouche et, le feu sur les tempes,

Je conviai, sournoisement,

La belle à venir un moment

Voir mes icônes, mes estampes…

 

“Mon cher, dit-elle, vous êtes fou ! J’ai deux mille ans de plus que vous…

— Le temps, madam’, que nous importe !”

Mettant le fantôm’ sous mon bras,

Bien enveloppé dans son drap,

Vers mes pénates je l’emporte !

 

Eh bien, messieurs, qu’on se le dise :

Ces belles dames de jadis

Sont de satanées polissonnes,

Plus expertes dans le déduit Que certain’s dames d’aujourd’hui,

Et je ne veux nommer personne !

 

Au p’tit jour on m’a réveillé,

On secouait mon oreiller

Avec un’ fougu’ plein’ de promesses.

Mais, foin des délic’s de Capoue !

C’était mon père criant : “Debout !

Vains dieux, tu vas manquer la messe !”

 

8. Το φάντασμα

 

Έτρεμε, ανησυχούσε,

φορούσε ένα κάτασπρο σεντόνι,

παρουσίαζε όλα τα συμπτώματα,

όλα τα χαρακτηριστικά της οπτασίας,

την ψεύτικη εντύπωση της παρουσίας,

με μια λέξη, ήταν ένα φάντασμα!

 

Από τον τρόπο του να προχωρεί,

από τον τρόπο του να κουνά

γοφούς κάπως κυρτούς,

κατάλαβα πώς είχα να κάνω

με κάποιον του φύλου που προτιμώ,

με ένα φάντασμα του ωραίου φύλου.

 

«Είμαι ένας χαμένος Κοντορεβυθούλης,»

μου λέει με μια ξεψυχισμένη φωνή,

ένα δύστυχο φάντασμα που έχασε το δρόμο του.

Ούτε ίχνος από τις φλογίτσες,

ούτε ίχνος από τα κοκκαλάκια,

με τα οποία είχα σημαδέψει το δρόμο μου.

 

«Ποιητές χωρίς έμπνευση,

θα πήρανε -τι τρέλα!-

τις φλογίτσες μου για άστρα

Σκυλιά της χωροφυλακής

θα ροκάνισαν-τι δυστυχία!-

τα ωραία, με μεδούλι γαρνιρισμένα, κοκκαλάκια μου

Την ώρα που θα λαλήσει ο πετεινός,

ωραίο θέαμα θα είμαι με το σεντόνι μου,

κατατσαλακωμένο και σκισμένο,

και σ’ αυτόν τον αιώνα του προφανούς, όπου

οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πια σ’ εμάς,

θα φωνάξουν: πιάστε την απατεώνισσα!»

 

Εγώ, που κι ένα χαμένο γατί με κάνει και κλαίω,

σκεφτείτε αν μου σφίχτηκε η καρδιά

μπροστά στην αμηχανία του φαντάσματος.

«Ελάτε», λέω, παίρνοντας το χέρι της

«να σας δείξω το δρόμο,

να σας ξαναοδηγήσω στο σπίτι»

 

Η ιστορία θα τέλειωνε εδώ,

αλλά το αεράκι, κι εγώ το ευχαριστώ,

σήκωσε το σεντόνι της.

Κυρά, της έλειπαν κάποια κοκκαλάκια,

αλλά το υπόλοιπο, μακράν του να είναι άσχημο, είχε μια χάρη μοναδική.

 

Ο Έρωτάς μου, που είχε

το βέλος πρόχειρο εκείνον τον καιρό,

πέτυχε διάνα, και με φωτιά στους κροτάφους,

προσκάλεσα, έχοντας πονηρούς σκοπούς,

την ωραία, να έρθει μια στιγμή,

να δει τις εικόνες μου, τα χαρακτικά μου.

 

«Ακριβέ μου», λέει εκείνη, «είστε τρελός!

Είμαι δύο χιλιάδες χρόνια μεγαλύτερή σας…»

-Ο χρόνος, κυρία μου τι μας νοιάζει!

Βάζοντας το φάντασμα, κάτω από το μπράτσο μου,

καλά τυλιγμένο στο σεντόνι του,

το έφερα στους εφέστιους θεούς μου!

 

Ε, λοιπόν, κύριοι, όπως τα λένε :

Αυτές οι ωραίες κυρίες του πάλαι ποτέ

είναι άτακτοι σατανάδες.

Πιο ειδικές στην απόλαυση

από ορισμένες κυρίες του σήμερα

και δεν θέλω να ονοματίσω καμμία!

 

Με το ξημέρωμα, με ξύπνησε ,

τίναξε το μαξιλάρι μουμε μια ορμή πλήρη υποσχέσεων.Αλλά σιγά την παραμονή στην Κάπουα!Ήταν ο πατέρας μου φωνάζοντας,«Σήκω! Μα το θεό, θα χάσεις τη Θεία Λειτουργία!»

9. Chanson pour l’ Auvergnat

 

Elle est à toi cette chanson
Toi l’Auvergnat qui, sans façon,
M’a donné quatre bouts de bois
Quand dans ma vie il faisait froid.
Toi qui m’a donné du feu quand
Les croquantes et les croquants
Tous les gens bien intentionnés
M’avaient fermés la porte au nez.

Ce n’était rien qu’un feu de bois
Mais il m’avait chauffé le corps
Et dans mon âme, il brûle encore
À la manière d’un feu de joie…
Toi, l’Auvergnat quand tu mourras
Quand le croque-mort t’emportera
Qu’il te conduise à travers ciel
Au père éternel.
Elle est à toi cette chanson
Toi l’hôtesse qui, sans façon,

M’a donné quatre bouts de pain
Quand dans ma vie il faisait faim.
Toi qui m’ouvrit ta huche quand
Les croquantes et les croquants
Tous les gens bien intentionnés
S’amusaient à me voir jeûner.
Ce n’était rien qu’un peu de pain
Mais il m’avait chauffé le corps
Et dans mon âme, il brûle encore
À la manière d’un grand festin…
Toi, l’hôtesse quand tu mourras

Quand le croque-mort t’emportera
Qu’il te conduise à travers ciel
Au père éternel.
Elle est à toi cette chanson
Toi l’étranger qui, sans façon,
D’un air malheureux m’a sourit
Lorsque les gendarmes m’ont pris.
Toi qui n’a pas applaudi quand
Les croquantes et les croquants
Tous les gens bien intentionnés
Riaient de me voir ramené.

Ce n’était rien qu’un peu de miel
Mais il m’avait chauffé le corps
Et dans mon âme, il brûle encore
À la manière d’un grand soleil…
Toi, l’étranger quand tu mourras
Quand le croque-mort t’emportera
Qu’il te conduise à travers ciel
Au père éternel.

 

 

 

 

9. Τραγούδι για τον άνδρα από την Οβέρνη

 

Είναι για σένα αυτό το τραγούδι, εσένα τον άνδρα από την Οβέρνη που, έτσι απλά,

μου έδωσε τέσσερα κούτσουρα,

όταν στη ζωή μου έκανε κρύο.

Εσένα που μου έδωσες φωτιά, όταν

τα ανθρωπάκια, άνδρες και γυναίκες,

όλοι οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι,

μου ’κλεισαν την πόρτα στα μούτρα.

Δεν ήταν παρά μια φωτιά με ξύλα

αλλά μου είχε ζεστάνει το κορμί,

και μέσα στην ψυχή μου, καίει ακόμα

σαν μια φωτιά γιορτινή.

Εσένα τον άνδρα από την Οβέρνη, όταν πεθάνεις,

όταν σε μεταφέρει το κοράκι,

ας σε οδηγήσει δια μέσου του ουρανού

στον αιώνιο πατέρα.

Είναι για εσένα αυτό το τραγούδι,

εσένα την οικοδέσποινα, που έτσι απλά,

μου έδωσε τέσσερα κομμάτια ψωμί

όταν στη ζωή μου υπήρχε πείνα.

Εσένα που μου άνοιξες την ψωμιέρα σου, όταν

τα ανθρωπάκια, άνδρες και γυναίκες,

όλοι οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι,

διασκέδαζαν να με βλέπουν ξελιγωμένο.

Δεν ήταν παρά λίγο ψωμί,

αλλά μου είχε ζεστάνει το κορμί,

και μέσα στην ψυχή μου, καίει ακόμα,

σαν ένα γιορτινό τραπέζι.

Εσένα τη νοικοκυρά, όταν πεθάνεις,

όταν σε μεταφέρει το κοράκι,

ας σε οδηγήσει δια μέσου του ουρανού,

στον αιώνιο πατέρα

Είναι για σένα αυτό το τραγούδι,

εσένα τον ξένο, που έτσι απλά,

μου χαμογέλασε θλιμμένα,

όταν με παίρνανε οι αστυνόμοι.

Εσένα που δε χειροκρότησες όταν,

τα ανθρωπάκια, άνδρες και γυναίκες,

όλοι οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι,

γέλαγαν να βλέπουν να με μαζεύουν

Δεν ήταν παρά λίγο μέλι,

αλλά μου είχε ζεστάνει το κορμί,

και μέσα στην ψυχή μου, καίει ακόμα

σαν ένας μεγάλος ήλιος.

Εσένα τον ξένο, όταν πεθάνεις,

όταν σε μεταφέρει το κοράκι,

ας σε οδηγήσει δια μέσου του ουρανού στον αιώνιο πατέρα.

10. Trompe la mort

 

Avec cette neige à foison

Qui coiffe, coiffe ma toison,

On peut me croire, à vue de nez,

Blanchi sous le harnais

Eh bien, Mesdames et Messieurs,

C’est rien que de la poudre aux yeux,

C’est rien que de la comédie,

Que de la parodie :

 

C’est pour tenter de couper court

À l’avance du temps qui court,

De persuader ce vieux goujat

Que tout le mal est fait déjà.

Mais dessous la perruque j’ai

Mes vrais cheveux couleur de jais,

C’est pas demain la veille, Bon Dieu !

De mes adieux.

 

Et si j’ai l’air moins guilleret,

Moins solide sur mes jarrets,

Si je chemine avec lenteur

D’un train de sénateur,

N’allez pas dire : “Il est perclus”

N’allez pas dire : “Il n’en peut plus “,

C’est rien que de la comédie,

Que de la parodie :

 

Histoire d’endormir le temps,

Calculateur impénitent,

De tout brouiller, tout embrouiller

Dans le fatidiqu’ sablier.

En fait, à l’envers du décor,

Comme à vingt ans, je trotte encore,

C’est pas demain la veille, Bon Dieu !

De mes adieux.

 

Et si mon coeur bat moins souvent

Et moins vite qu’auparavant,

Si je chasse avec moins de zèle

Les gentes demoiselles,

Pensez pas que je sois blasé

De leurs caresses, leurs baisers,

C’est rien que de la comédie,

Que de la parodie :

 

Pour convaincre le temps berné

Qu’mes fêt’s galantes sont terminées,

Que je me retire en coulisse,

Que je n’entrerai plus en lice.

Mais je reste un sacré gaillard

Toujours actif, toujours paillard,

C’est pas demain la veille, Bon Dieu !

De mes adieux.

 

Et si jamais, au cimetière,

Un de ces quatre, on porte en terre,

Me ressemblant à s’y tromper,

Un genre de macchabée,

N’allez pas noyer le sous fleurs

En lâchant la bonde à vos pleurs,

Ce sera rien que comédie

Rien que fausse sortie.

 

Et puis, coup de theâtre, quand

Le temps aura levé le camp,

Estimant que la farce est jouée

Moi tout heureux, tout enjoué,

Je m’exhumerai du caveau

Pour saluer sous les bravos…

C’est pas demain la veille, Bon Dieu !

De mes adieux.

10. Εξαπατώντας το χάρο

 

Με αυτόν το σωρό χιόνι

που χτενίζει, και χτενίζει τις τούφες  μου,

θα νόμιζε κανείς, εκ πρώτης όψεως,

ότι άσπρισα στις επάλξεις.

Ε, λοιπόν κυρίες και κύριοί μου,

τίποτε άλλο δεν είναι από σκόνη στα μάτια,

τίποτε άλλο δεν είναι  από θέατρο,

τίποτε άλλο από παρωδία.

 

Είναι που προσπαθώ να κόψω τη φόρα

στο πέρασμα του χρόνου που τρέχει,

να πείσω αυτόν τον παλιο-άξεστο,

πως όλη η ζημιά έχει κιόλας γίνει,

αλλά κάτω από την περούκα έχω,

τ’ αληθινά κατάμαυρα μαλλιά μου

δεν είναι αύριο, -προς Θεού!-

που θα πω αντίο.

 

Κι αν φαίνομαι λιγότερο χαρωπός,

και λιγότερο στέρεος πάνω στα γόνατά μου,

αν προχωράω με βραδύτητα

με το βήμα του συγκλητικού,

μη τρέξετε να πείτε: «έχει πιαστεί»

μη τρέξετε να πείτε: «δε μπορεί πια»

τίποτε άλλο δεν είναι  από θέατρο,

τίποτε άλλο από παρωδία.

 

Το ζήτημα είναι να αποκοιμίσεις τον χρόνο,

τον αμετανόητο καταμετρητή,

να τα μπερδέψεις, να τ’ ανακατέψεις όλα

μέσα στο μαγικό γυαλί της μοίρας.

Στην πραγματικότητα πίσω από την σκηνή,

όπως στα είκοσι πηγαινοέρχομαι,

δεν είναι αύριο,- προς Θεού!-

που θα πω αντίο.

 

Κι αν η καρδιά μου χτυπάει πιο αραιά

από άλλοτε και πιο αργά,

αν κυνηγώ με λιγότερη ζέση

τις ευγενείς δεσποινίδες,

μη νομίζετε ότι δε μου αρέσουν πια,

τα χάδια τους, τα φιλιά τους,

τίποτε άλλο δεν είναι  από θέατρο,

τίποτε άλλο από παρωδία.

 

Για να πείσω τον μπερδεμένο χρόνο,

ότι τα γλέντια μου τέλειωσαν,

ότι αποσύρομαι στα παρασκήνια,

ότι δεν μπαίνω πια στη λίστα.

Αλλά εγώ παραμένω ορκισμένος γυναικάς,

πάντα ενεργός, πάντα άτακτος

δεν είναι αύριο, -προς Θεού!-

που θα πω αντίο.

 

Κι αν ποτέ, στο κοιμητήριο,

μια των ημερών, φέρνουν στο χώμα,

-μοιάζοντας μου τόσο που να ξεγελά,-

κάτι σαν πτώμα,

μην πάτε να το πνίξετε με λουλούδια,

αφήνοντας το κλάμα σας ελεύθερο,

τίποτε άλλο δεν θα ’ναι  από θέατρο,

τίποτε άλλο από παρωδία.

 

Και μετά, κορύφωση θεατρική, όταν

είναι η ώρα της αναχώρησης,

κρίνοντας ότι η φάρσα παίχτηκε,

εγώ πανευτυχής, καταχαρούμενος,

θα αναδυθώ από τον τάφο

για να χαιρετήσω μέσα στα μπράβο…

δεν είναι αύριο,- προς Θεού!-

που θα πω αντίο.

11. Trompettes de la renommée

Je vivais à l’écart de la place publique,

Serein, contemplatif, ténébreux, bucolique…

Refusant d’acquitter la rançon de la gloir’,

Sur mon brin de laurier je dormais comme un loir.

Les gens de bon conseil ont su me fair’ comprendre

Qu’à l’homme de la ru’ j’avais des compt’s à rendre
Et que, sous peine de choir dans un oubli complet,

J’ devais mettre au grand jour tous mes petits secrets.

Trompettes

De la Renommée,

Vous êtes

Bien mal embouchées !

Manquant à la pudeur la plus élémentaire,

Dois-je, pour les besoins d’ la caus’ publicitaire,

Divulguer avec qui, et dans quell’ position

Je plonge dans le stupre et la fornication?

Si je publi’ des noms, combien de Pénélopes

Passeront illico pour de fieffé’s salopes,

Combien de bons amis me r’gard’ront de travers,

Combien je recevrai de coups de revolver!

Trompettes

De la Renommée,

Vous êtes

Bien mal embouchées !

A toute exhibition, ma nature est rétive,

Souffrant d’un’ modesti’ quasiment maladive,

Je ne fais voir mes organes procréateurs

A personne, excepté mes femm’s et mes docteurs.

Dois-je, pour défrayer la chroniqu’  des scandales,

Battre l’ tambour avec mes parti’s génitales,

Dois-je les arborer plus ostensiblement,

Comme un enfant de chœur porte un saint sacrement ?

Trompettes

De la Renommée,

Vous êtes

Bien mal embouchées !

Une femme du monde, et qui souvent me laisse

Fair’ mes quat’ voluptés dans ses quartiers d’ noblesse,

M’a sournois’ment passé, sur son divan de soi’,

Des parasit’s du plus bas étage qui soit…

Sous prétexte de bruit, sous couleur de réclame,

Ai-j’ le droit de ternir l’honneur de cette dame

En criant sur les toits, et sur l’air des lampions:

” Madame la marquis’ m’a foutu des morpions ! ”

Trompettes

De la Renommée,

Vous êtes

Bien mal embouchées !

Le ciel en soit loué, je vis en bonne entente

Avec le Pèr’ Duval, la calotte chantante,

Lui, le catéchumène, et moi, l’énergumèn’,

Il me laisse dire « merd’, je lui laiss’ dire amen,

En accord avec lui, dois-je écrir’ dans la presse

Qu’un soir je l’ai surpris aux genoux d’ ma maîtresse,

Chantant la mélopé’ d’une voix qui susurre,

Tandis qu’ell’ lui cherchait des poux dans la tonsure.

Trompettes

De la Renommée,

Vous êtes

Bien mal embouchées !

Avec qui, ventrebleu ! faut-il que je couche

Pour fair’ parler un peu la déesse aux cent bouches

Faut-il qu’un’ femme célèbre, une étoile, une star,

Vienn’ prendre entre mes bras la plac’ de ma guitar’

Pour exciter le peuple et les folliculaires,

Qui’est-c’ qui veut me prêter sa croupe populaire,

Qui’est-c’ qui veut m’ laisser faire, in naturalibus,

Un p’tit peu d’alpinism’ sur son mont de Vénus

Trompettes

De la Renommée,

Vous êtes

Bien mal embouchées !

Sonneraient-ell’s plus fort, ces divines trompettes,

Si, comm’ tout un chacun, j’étais un peu tapette,

Si je me déhanchais comme une demoiselle

Et prenais tout à coup des allur’s de gazelle

Mais je ne sache pas qu’ça profite à ces drôles

De jouer le jeu d’ l’amour en inversant les rôles,

Qu’ça confère à ma gloire un’ onc’ de plus-valu’,

Le crim’ pédérastique, aujourd’hui, ne pai’ plus.

Trompettes

De la Renommée,

Vous êtes

Bien mal embouchées !

Après c’tour d’horizon des mille et un’ recettes

Qui vous val’nt à coup sûr les honneurs des gazettes,

J’aime mieux m’en tenir à ma premièr’ façon

Et me gratter le ventre en chantant des chansons.

Si le public en veut, je les sors dare-dare,

S’il n’en veut pas je les remets dans ma guitare,

Refusant d’acquitter la rançon de la gloir’,

Sur mon brin de laurier je m’endors comme un loir.

Trompettes

De la Renommée,

Vous êtes

Bien mal embouchées !

11. Οι Σάλπιγγες της φήμης

 

Ζούσα μακριά από τo δημόσιο βίο,γαλήνιος, στοχαστικός, στη σκιά, βουκολικός

Αρνούμενος να πληρώσω τα λύτρα της δόξας,στο μίσχο της δάφνης μου κοιμόμουν βαθιά .

Οι σοφοί άνθρωποι με έχουν καταφέρει να κατανοήσω ότι στον πρώτο τυχόντα όφειλα να δώσω λογαριασμό,

και ότι, επί ποινή να εμπέσω σε πλήρη λήθη, έπρεπε να βγάλω στο φως της μέρας όλα τα μικρά μυστικά μου.

 

Σάλπιγγες της Φήμης ηχείτε φάλτσα!

 

Αγνοώντας την πιο βασική ανθρώπινη αξιοπρέπεια, θα πρέπει, για την ανάγκη διαφημιστικού σκοπού,να διαρρεύσω

με ποια και σε ποια στάση, βουτάω στην ακολασία και την πορνεία;

Αν δημοσιεύσω ονόματα, πόσες Πηνελόπες θα περάσουν αυτοστιγμεί για  τέλειες βρώμες, πόσοι καλοί φίλοι θα με κοιτάζουν λοξά,

πόσους θα δεχτώ πυροβολισμούς από περίστροφο!

 

Σάλπιγγες της Φήμης ηχείτε φάλτσα !

 

Σε κάθε έκθεση, η φύση μου είναι πεισματάρα, πάσχοντας από μια ντροπαλοσύνη σχεδόν παθολογική,

Δεν δείχνω τα όργανα μου της αναπαραγωγής,

με μοναδική εξαίρεση τις γυναίκες μου και τους γιατρούς μου.

Πρέπει για να γίνω πρωτοσέλιδο,

να χτυπάω νταούλια με τα γεννητικά μου όργανα;

Πρέπει να τα φοράω πιο επιδεικτικά,

όπως ένα παιδί της χορωδίας φέρει την ιερή μετάληψη;

 

Σάλπιγγες της Φήμης ηχείτε φάλτσα !

 

Μια γυναίκα του κόσμου, και που συχνά με αφήνεινα κάνω ό,τι μου αρέσει στα ιδιαίτερά της, μου πέρασε ύπουλα πάνω στον μεταξένιο καναπέ της, του χαμηλότερου επιπέδου τα παράσιτα που υπάρχουν …

Με το πρόσχημα του θορύβου,

υπό το χρώμα της ρεκλάμας,

έχω το δικαίωμα να αμαυρώσω την τιμή της κυρίας φωνάζοντας από τις στέγες, ρυθμικά:

“Η κυρία Μαρκησία μου κόλλησε μ..ψείρες ! ” ;

 

Σάλπιγγες της Φήμης ηχείτε φάλτσα !

 

Δόξα τω Θεώ, ζω σε αρμονία

Με τον Πατέρα Duval,

τον τραγουδιστή κληρικό, αυτός, ο κατηχούμενος  και εγώ ο δαιμονισμένος.

Εκείνος μου επιτρέπει να πω σκ…

εγώ του επιτρέπω να πει αμήν,

Σε συμφωνία μαζί του,

μπορώ να γράψω στον τύπο πως ένα βράδυ τον έπιασα στα γόνατα της ερωμένης μου,

να τραγουδά το ίσο με μια φωνή που ψιθυρίζει

Ενώ εκείνη τον έψαχνε για ψύλλους στην κουρά;

 

Σάλπιγγες της Φήμης ηχείτε φάλτσα !

 

Με ποια, μα το σταυρό, πρέπει να ξαπλώσω,

για να κάνω να μιλήσει λίγο η θεά με τα εκατό στόματα;

Πρέπει μια διάσημη γυναίκα, ένα αστέρι, μία σταρ,

Να έρθει να πάρει μέσα στα χέρια μου τη θέση της κιθάρας μου;

Για να ενθουσιάσω το λαό και τις παλιοφυλλάδες,

ποια θέλει να μου δανείσει τους δημοφιλείς γλουτούς της;

Ποια θα μ’ αφήσει να κάνω, εκ του φυσικού, λιγάκι αλπινισμό πάνω στο όρος της Αφροδίτης της;

 

Σάλπιγγες της Φήμης ηχείτε φάλτσα !

 

Θα χτυπούσαν ισχυρότερα, αυτές οι θείες σάλπιγγες,

Αν όπως ο καθένας, ήμουν λίγο πούστης,

αν ξεγοφιαζόμουν σαν δεσποινίδα,

και έπαιρνα ξαφνικά την περπατησιά της γαζέλας;

Αλλά δεν γνωρίζω ότι αυτό ωφελεί αυτούς τους παράξενους, να παίζουν το ερωτικό παιγνίδι αντιστρέφοντας τους ρόλους, ότι αυτό θα έφερνε στη δόξα μου μια ουγκιά παραπάνω αξίας,

το αδίκημα της ομοφυλοφιλίας δεν πουλά την σήμερον.

 

Σάλπιγγες της Φήμης ηχείτε φάλτσα !

 

Μετά από έρευνα σ’ όλο τον ορίζοντα,

από χίλιες και μια συνταγέςπου σας εξασφαλίζουν σίγουρα τιμή στις εφημερίδες, προτιμώ να κρατήσω τον αρχικό μου τρόπο,

και να ξύνω την κοιλιά μου τραγουδώντας τα τραγούδια μου.

Αν το κοινό θέλει, τα βγάζω αμέσως, αν δεν το θέλει, τα ξαναβάζω στην  κιθάρα μου,

Αρνούμενος να πληρώσω τα λύτρα της δόξας, στο μίσχο της δάφνης μου αποκοιμιέμαι βαθιά.

 

Σάλπιγγες της Φήμης ηχείτε φάλτσα !

 

12. La non demande en marriage

 

Ma mie, de grâce, ne mettons
Pas sous la gorge à Cupidon
Sa propre flèche,
Tant d’amoureux l’ont essayé
Qui, de leur bonheur, ont payé
Ce sacrilège…
J’ai l’honneur de
Ne pas te demander ta main,
Ne gravons pas
Nos noms au bas
D’un parchemin.
Laissons le champ libre à l’oiseau,
Nous serons tous les deux priso-
nniers sur parole,
Au diable, les maîtresses queux
Qui attachent les coeurs aux queues
Des casseroles!
J’ai l’honneur de
Ne pas te demander ta main,
Ne gravons pas
Nos noms au bas
D’un parchemin.
Vénus se fait vieille souvent

Elle perd son latin devant
La lèchefrite
A aucun prix, moi je ne veux
Effeuiller dans le pot-au-feu
La marguerite.

J’ai l’honneur de
Ne pas te demander ta main,
Ne gravons pas
Nos noms au bas
D’un parchemin.
Il peut sembler de tout repos
De mettre à l’ombre, au fond d’un pot
De confiture,
La jolie pomme défendue,
Mais elle est cuite, elle a perdu
Son goût “nature”.
J’ai l’honneur de
Ne pas te demander ta main,
Ne gravons pas
Nos noms au bas
D’un parchemin.
On leur ôte bien des attraits,
En dévoilant trop les secrets
De Mélusine.
L’encre des billets doux pâlit
Vite entre les feuillets des li-
vres de cuisine.

 

J’ai l’honneur de
Ne pas te demander ta main,
Ne gravons pas
Nos noms au bas
D’un parchemin.
De servante n’ai pas besoin,
Et du ménage et de ses soins
Je te dispense…
Qu’en éternelle fiancée,
A la dame de mes pensées
Toujours je pense…
J’ai l’honneur de
Ne pas te demander ta main,
Ne gravons pas
Nos noms au bas
D’un parchemin.

12. Η μη πρόταση γάμου

 

Φίλη μου, έλεος, ας μη βάζουμε

κάτω από το πηγούνι του Έρωτα

το ίδιο του το βέλος.

Τόσοι ερωτευμένοι το προσπάθησαν

που, με την ευτυχία τους πλήρωσαν

αυτήν την ιεροσυλία…

Έχω την τιμή

να μη σου ζητώ το χέρι,

ας μη χαράξουμε

τα ονόματά μας στο κάτω μέρος

μιας περγαμηνής.
Ας αφήσουμε το πεδίο ελεύθερο στο πουλί,

θα είμαστε και οι δύο δέσμιοι

του λόγου μας,
στο διάβολο οι μαγείρισσες

που δένουν τις καρδιές στην ουρά

της κατσαρόλας!
Έχω την τιμή

να μη σου ζητώ το χέρι,

ας μη χαράξουμε

τα ονόματά μας στο κάτω μέρος

μιας περγαμηνής.
Η Αφροδίτη συχνά γερνά,

τα χάνει μπροστά

στη λαμαρίνα,

για τίποτα δε θέλω

να μαδήσω μες το τσουκάλι

τη μαργαρίτα.

Έχω την τιμή

να μη σου ζητώ το χέρι,

ας μη χαράξουμε

τα ονόματά μας στο κάτω μέρος

μιας περγαμηνής
Μπορεί να φαίνεται ασφαλές

να βάλεις στη σκιά, στο βάθος ενός βάζου

μαρμελάδας,

το όμορφο απαγορευμένο μήλο,

αλλά έχει ψηθεί, έχει χάσει

τη φυσική του γεύση.

Έχω την τιμή

να μη σου ζητώ το χέρι,

ας μη χαράξουμε

τα ονόματά μας στο κάτω μέρος

μιας περγαμηνής.
Τους αφαιρείς αρκετές χάρες

αποκαλύπτοντας παραπανίσια τα μυστικά

της Μελουζίν,

το μελάνι των ερωτικών επιστολών χλωμιάζει

γρήγορα ανάμεσα στα φύλλα των

βιβλίων μαγειρικής.

Έχω την τιμή

να μη σου ζητώ το χέρι,

ας μη χαράξουμε

τα ονόματά μας στο κάτω μέρος

μιας περγαμηνής .
Υπηρέτριας δεν έχω την ανάγκη,

και του νοικοκυριού και των φροντίδων του

σε απαλλάσσω…

Ώστε την αιώνια μνηστή,

την κυρά των στοχασμών μου

πάντα να σκέπτομαι

Έχω την τιμή

να μη σου ζητώ το χέρι,

ας μη χαράξουμε

τα ονόματά μας στο κάτω μέρος

μιας περγαμηνής.

13. Lα Ronde des jurons

 

Voici la ronde des jurons
Qui chantaient clair , qui dansaient rond ,
Quand les Gaulois
De bon aloi
Du franc-parler suivaient la loi ,
jurant par-là , jurant par-ci ,
jurant à langue raccourci’ ,
Comme des grains de chapelet
Les joyeux jurons défilaient :

Tous les morbleus , tous les ventrebleus ,
Les sacrebleus et les cornegidouilles ,
Ainsi , parbleu , que les jarnibleus
Et les palsambleus ,
Tous les cristis , les ventres saint-gris ,
Les par ma barbe et les noms d’une pipe ,
Ainsi , pardi , que les sapristis
Et les sacristis ,
Sans oublier les jarnicotons ,
Les scrogneugneus et les bigre’ et les bougre’
Les saperlott’s , les cré nom de nom ,
Les peste , et pouah , diantre , fichtre et foutre,
Tous les Bon Dieu ,
Tous les vertudieux ,
Tonnerr’ de Brest et saperlipopette ,
Ainsi , pardieu , que les jarnidieux
Et les pasquedieux.
Quelle pitié ! Les charretiers
Ont un langage châtié !
Les harengères
Et les mégères
Ne parlent plus à la légère !
Le vieux catéchisme poissard
N’a guèr’ plus cours chez les hussards …
Ils ont vécu, de profundis ,
Les joyeux jurons de jadis

 

 

 

 

 

 

 

13. Το Ρόντο των βρισιών

 

Να το ρόντο των βρισιών,

που τραγουδούσαν καθαρά, που χόρευαν κυκλικά,

όταν οι Γαλάτες,

όλος ο καλός λαός,

του να μιλάς ντόμπρα, ακολουθούσαν το νόμο,

βρίζοντας εκεί, βρίζοντας εδώ,

βρίζοντας με γλώσσα σύντομη,

όπως οι χάντρες του κομπολογιού,

οι χαρωπές βρισιές παρέλαυναν,

όλα τα το θεό μου, όλα τα το σταυρό μου,

την πίστη μου και το κέρατό μου το τράγιο,

καθώς και το Θιό του, όπως και στον κόρακα

και τον αντίχριστo.

Όλα τα το Χριστό μου και τους αγίους μου,

τα θεέ μου και τα για Όνομα!

Όπως και το χαράλαμπό μου και τη τύχη μου,

και το …στό μου.

Χωρίς να ξεχνάμε τα γ… τον αντίθεο μου και τα μαμώτο και γαμώτο

άει στο διάλο, στην κόλαση,

πανούκλα, σίχαμα, στο διάκο, γαμήσου,

άντε πηδήξου.

Όλα τα Καλέ Θεέ και τα μα τον Χριστό,

κεραυνοί και κατάρες,

καθώς και μα το Θεό και μα το τίποτα,

και στο δαίμονα.

Τι κρίμα! Οι αμαξάδες

έχουν διορθώσει τη γλώσσα τους.

Οι ψαροπώλησες

και οι μέγαιρες

δεν μιλούν με ελαφρότητα.

Η παλιά λαϊκή κατήχηση

δεν έχει πια πέραση στους φαντάρους.

Τους έγινε η νεκρώσιμη ακολουθία

των άλλοτε χαρωπών βρισιών.

14. Le mouton de Panurge

Elle n’a pas encor de plumes, La flèche qui doit percer son flanc
Et dans son cœur rien ne s’allume, Quand elle cède à ses galants.
Elle se rit bien des gondoles, Des fleurs bleues, des galants discours
Des Vénus de la vieille école, Celles qui font l’amour par amour
N’allez pas croire davantage, Que le démon brûle son corps
Il s’arrête au premier étage, Son septième ciel, et encor
Elle n’est jamais langoureuse, Passée par le pont des soupirs
Et voit comme des bêtes curieuses, Celles qui font l’amour par plaisir

Croyez pas qu’elle soit à vendre, Quand on l’a mise sur le dos
On n’est pas tenu  de se fendre, D’un somptueux petit cadeau
Avant d’aller en bacchanale, Elle présente pas un devis
Elle n’a rien de ces belles vénales, Celles qui font l’amour par profit
Mais alors, pourquoi cède-t-elle, Sans coeur, sans lucre, sans plaisir
Si l’amour vaut pas la chandelle, Pourquoi le joue-t-elle à loisir
Si quiconque peut, sans ambages, L’aider à dégrafer sa robe
C’est parce qu’elle veut être à la page, Que c’est la mode et qu’elle est snob
Mais changent coutumes et filles, Un jour, peut-être, en son sein nu
Va se planter pour toute la vie, Une petite flèche perdue
On n’verra plus qu’elle en gondole, Elle ira jouer, à son tour
Les Vénus de la vieille école, Celles qui font l’amour par amour

14. Το πρόβατο του Πανούργου

 

Δεν έχει ακόμα φτερά, το βέλος που πρέπει να τρυπήσει το πλευρό της, και μέσα στην καρδιά της τίποτα δεν ανάβει, όταν αφήνεται στους εραστές της.

Κοροϊδεύει τις γόνδολες, τους συναισθηματισμούς, τις φιλοφρονήσεις, τις Αφροδίτες της παλιάς σχολής, αυτές που κάνουν έρωτα για τον έρωτα.

Μην σκεφτείτε εκ των προτέρων, ότι ο δαίμονας καίει το κορμί της.

Αυτός σταματάει στον πρώτον όροφο, γι αυτήν τον έβδομο ουρανό, κι ακόμα,

ποτέ δεν είναι εξασθενημένη, δεν έχει περάσει από τη γέφυρα των στεναγμών, και βλέπει σαν περίεργα ζώα, αυτές που κάνουν έρωτα για την ηδονή.

Μην πιστεύετε ότι θα πουληθεί όταν ξαπλώνει με κάποιον.

Δεν είναι υποχρεωτικό να ξοδευτείς με ένα δαπανηρό δωράκι.

Πριν μεθύσεις, δεν αποτελεί κομμάτι, δεν έχει τίποτα από αυτές τις παλιές αργυρώνητες αυτές που κάνουν έρωτα για το κέρδος.

Λοιπόν, γιατί παραδίνεται χωρίς καρδιά , χωρίς κέρδος, χωρίς ηδονή; Αν ο έρωτας δεν αξίζει τον κόπο, γιατί παίζει μαζί του όποτε θέλει;

Αν κάποιος μπορεί χωρίς προσχήματα, να τη βοηθά να ξεκουμπώνει το φόρεμά της, είναι γιατί θέλει να είναι στην επικαιρότητα, γιατί είναι η μόδα, κι είναι σνομπ.

Αλλά αλλάζουν οι συνήθειες και τα κορίτσια.

Μια μέρα, ίσως, πάνω στο γυμνό της στήθος, πάει να φυτευτεί ένα μικρό, χαμένο βέλος.

Δε θα τη δει πια κανείς παρά σε γόνδολες, θα παίξει με τη σειρά της, τις Αφροδίτες της παλιάς σχολής, αυτές που κάνουν έρωτα για τον έρωτα.

 

15. Supplique pour être enterré à la plage de Sète

 

La Camarde, qui ne m’a jamais pardonné
D’avoir semé des fleurs dans les trous de son nez,
Me poursuit d’un zèle imbécile.
Alors cerné de près par les enterrements,
J’ai cru bon de remettre à jour mon testament,

De me payer un codicille.
Trempe dans l’encre bleue du Golfe du Lion,
Trempe, trempe ta plume, ô mon vieux tabellion,
Et, de ta plus belle écriture,
Note ce qu’il faudrait qu’il advînt de mon corps,

Lorsque mon âme et lui ne seront plus d’accord
Que sur un seul point : la rupture.
Quand mon âme aura pris son vol à l’horizon
Vers celles de Gavroche et de Mimi Pinson,
Celles des titis, des grisettes,
Que vers le sol natal mon corps soit ramené
Dans un sleeping du “Paris-Méditerranée”
Terminus en gare de Sète.

Mon caveau de famille, hélas, n’est pas tout neuf.
Vulgairement parlant il est plein comme un œuf
Et, d’ici que quelqu’un n’en sorte,
Il risque de se faire tard et je ne peux
Dire à ces braves gens:”Poussez-vous donc un peu !
Place aux jeunes !” en quelque sorte.
Juste au bord de la mer, à deux pas des flots bleus,

Creusez, si c’est possible, un petit trou moelleux,
Une bonne petite niche,
Auprès de mes amis d’enfance, les dauphins
Le long de cette grève où le sable est si fin,
Sur la plage de la Corniche.
C’est une plage ou même, à ses moments furieux,

Neptune ne se prend jamais trop au sérieux,
Où, quand un bateau fait naufrage,
Le capitaine crie : “Je suis le maître à bord !

Sauve qui peut ! Le vin et le pastis d’abord !
Chacun sa bonbonne et courage !”
Et c’est là que jadis, à quinze ans révolus
À l’âge où s’amuser tout seul ne suffit plus
Je connus la prime amourette..
Auprès d’une sirène, une femme-poisson,
Je reçus de l’amour la première leçon,
Avalai la première arête.

Déférence gardée envers Paul Valéry,
Moi, l’humble troubadour, sur lui je renchéris,
Le bon maître me le pardonne,
Et qu’au moins, si ses vers valent mieux que les miens,
Mon cimetière soit plus marin que le sien,
Et n’en déplaise aux autochtones.

Cette tombe en sandwich entre le ciel et l’eau,
Ne donnera pas une ombre triste au tableau,

Mais un charme indéfinissable.
Les baigneuses s’en serviront de paravent
Pour changer de tenue, et les petits enfants
Diront : “Chouette, un château de sable !”

Est-ce trop demander…? Sur mon petit lopin
Plantez, je vous en prie, une espèce de pin
Pin parasol, de préférence,
Qui saura prémunir contre l’insolation
Les bons amis venus fair’ sur ma concession
D’affectueuses révérences.
Tantôt venant d’Espagne, et tantôt d’Italie,

Tout chargés de parfums, de musiques jolies,

Le mistral et la tramontane
Sur mon dernier sommeil verseront les échos
De villanelle un jour, un jour de fandango,
De tarantelle, de sardane…

Et quand, prenant ma butte en guise d’oreiller,
Une ondine viendra gentiment sommeiller

Avec moins que rien de costume,
J’en demande pardon par avance à Jésus,
Si l’ombre de ma croix s’y couche un peu dessus
Pour un petit bonheur posthume.
Pauvres rois pharaons ! Pauvre Napoléon !
Pauvres grands disparus gisant au Panthéon !
Pauvres cendres de conséquence !
Vous envierez un peu l’éternel estivant,
Qui fait du pédalo sur la vague en rêvant,
Qui passe sa mort en vacances…

 

 

Vous envierez un peu l’éternel estivant,
Qui fait du pédalo sur la vague en rêvant,
Qui passe sa mort en vacances…

 

 

 

 

 

 

15. Αίτηση χάριτος, για ενταφιασμό στην πλαζ της Σέτ

 

Ο Χάρος, που δε με συγχώρεσε ποτέ,

αφού του φύτεψα λουλούδια στη μύτη

με καταδιώκει με έναν βλακώδη ζήλο.

Λοιπόν, τριγυρισμένος στενά από κηδείες,

Έκρινα σκόπιμο να ανανεώσω τη διαθήκη μου,
να βάλω να μου γράψουν ένα παράρτημα

Βούτα μέσα στο μπλε μελάνι του κόλπου του Λέοντα,

βούτα, μούσκεψε το φτερό σου, γέρο-γραφιά μου,

και με την πιο όμορφη γραφή σου,

σημείωσε τι θα ’πρεπε να συμβεί με το σώμα μου,

από τη στιγμή που η ψυχή μου κι αυτό δεν θα συμφωνούν

παρά μόνο σ’ ένα σημείο: το χωρισμό.

Όταν η ψυχή μου θα ’χει αρχίσει το πέταγμα της στον ορίζοντα,

προς τις ψυχές του Γαβριά και της Μιμή Πενσόν,
των αλανιών και των μικρών πεταλούδων,

στο πάτριο χώμα το σώμα μου ας επιστραφεί,

μέσα σε μια κουκέτα του «Παρί-Μεντιτερανέ»,

τελικός προορισμός σταθμός της Σέτ.

Ο οικογενειακός μου τάφος, αλίμονο, δεν είναι κι ολοκαίνουργιος

για να το πούμε χύμα, είναι τίγκα,

και, από δω, που κανείς δεν βγαίνει,

ρισκάρεις να αργοπορήσεις και γω δεν μπορώ,
να πω στα παλληκάρια αυτά «άντε στριμωχτείτε λίγο!

Τόπο στους νέους!» ή κάτι τέτοιο.

Ακριβώς στην άκρη της θάλασσας, δυο βήματα από τα μπλέ κύματα,

ανοίξτε, αν είναι δυνατόν, μια μικρή μαλακιά τρύπα,

μια καλή φωλίτσα,

δίπλα, στους φίλους της παιδικής μου ηλικίας, τα δελφίνια,

στην ακτή, εκεί που η άμμος είναι τόσο λεπτή,

πάνω στην πλαζ της Κορνίς.

Είναι μια πλάζ όπου ακόμη και στις άγριες στιγμές της,

ο Ποσειδών δεν παίρνεται ποτέ στα σοβαρά πιο πολύ απ’ όσο πρέπει,

όπου, όταν ένα καράβι ναυαγεί,

ο καπετάνιος φωνάζει: «Είμαι ο αφέντης του πλοίου!

Ο σώζον εαυτόν, σωθήτω! Το κρασί και το παστίς πρώτα!

Ο καθένας το μπουκαλάκι του και κουράγιο!»

Και εκεί είναι που κάποτε, κλεισμένα τα δεκαπέντε,

στην ηλικία που δε σου φτάνει πια να διασκεδάζεις μόνος,

είχα την πρώτη περιπέτεια

δίπλα σε μια σειρήνα, μια γυναίκα-ψάρι,

πήρα το πρώτο μάθημα του έρωτα

γεύτηκα το πρώτο σταμάτα.

Παίρνοντας αποστάσεις, αντίθετα από τον Πωλ Βαλερύ,

εγώ, ο ταπεινός τροβαδούρος, το τραβάω κι άλλο,

ο καλός δάσκαλος μου το συγχωρεί,

και τουλάχιστον, αν οι στίχοι του αξίζουν πιο πολύ από τους δικούς μου,

το κοιμητήριο μου θα είναι πιο κοντά στη θάλασσα από το δικό του,

κι ας μην αρέσει αυτό στους αυτόχθονες.

Αυτός ο τάφος σα σάντουιτς μεταξύ ουρανού και γης,

δε θα ρίξει έναν θλιβερό ίσκιο στο τοπίο,

αλλά μια ακαθόριστη γοητεία,

οι λουόμενες θα το χρησιμοποιούν ως παραβάν

για να αλλάξουν, και τα μικρά παιδιά

θα λεν: «Τι ωραία, ένας πύργος από άμμο!»

Είναι υπερβολική απαίτηση…; Πάνω στο κομματάκι μου

φυτέψτε σας παρακαλώ, ένα είδος πεύκου,

πεύκο σκίαστρο κατά προτίμηση,

που θα υπάρχει για προστασία από την ηλίαση,

για τους καλούς φίλους, ερχόμενους στον τάφο μου

να υποβάλουν τρυφερά τα σέβη τους.

Άλλοτε ερχόμενοι από την Ισπανία, άλλοτε από την Ιταλία

φορτωμένοι αρώματα, και όμορφες μουσικές,

το μαϊστράλι και την τραμουντάνα,

πάνω στο τελευταίο μου ύπνο θα απλώνεται η ηχώ,

τη μια της βιλανέλ, την άλλη του φαντάγκο,

της ταραντέλλας, της σαρντάνας …

Και όταν, παίρνοντας το ύψωμα μου σαν μαξιλάρι,

μια θαλασσινή θεότητα έρθει ευγενικά να κοιμηθεί,

περισσότερο κι από ολόγυμνη,

ζητάω προκαταβολικά συγγνώμη από τον Ιησού,
αν ο ίσκιος από το σταυρό μου ξαπλώσει λίγο πάνω εκεί,

για μια μικρή μεταθανάτια ευτυχία.

Φτωχοί Φαραώ! Φτωχέ Ναπολέων!

Φτωχοί μεγάλοι εξαφανισμένοι, αγάλματα ξαπλωμένα στο Πάνθεον!
Φτωχές στάχτες του απολογισμού!

Θα ζηλεύετε λίγο τον αιώνιο παραθεριστή,

που κάνει πετάλι στο κύμα, κι ονειρεύεται.

Που περνά το θάνατό του σε διακοπές.

Θα ζηλεύετε λίγο τον αιώνιο παραθεριστή,

που κάνει πετάλι στο κύμα, κι ονειρεύεται.

Που περνά το θάνατό του σε διακοπές.

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.